Η ελληνική φέτα ΠΟΠ συνεισφέρει στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών του αγροδιατροφικού τομέα περίπου 1 δισεκ. ευρώ ετησίως. Περίπου το 65% της παραγωγής φέτας, προορίζεται για εξαγωγές. Η μεγαλύτερη αγορά του εξωτερικού για την ελληνική φέτα είναι η Γερμανία, όπου εξάγονται ετησίως περίπου 17.500 τόνοι, όταν στην Ελλάδα καταναλώνονται περίπου 45.000.
Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις ανοίγονται όλο και περισσότερο σε αγορές εκτός Ευρώπης και ΗΠΑ, ιδίως σε χώρες της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
Όμως για να συνεχιστεί αυτή η δυναμική, είναι ανάγκη εθνικό μας προϊόν – μαζί με το ελαιόλαδο – να προστατευθεί από νοθείες και άλλες αθέμιτες πρακτικές, κάτι που μέχρι στιγμής δεν γίνεται επαρκώς.
Τα παραπάνω τόνισε, μεταξύ άλλων, μιλώντας στο Mega ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Παύλος Σατολιάς.
Ο ίδιος αποκάλεσε την φέτα τον ελληνικό «λευκό χρυσό», που υποστηρίζει άμεσα και έμμεσα χιλιάδες θέσεις εργασίας, ιδίως στην περιφέρεια, τόσο στην παραγωγή όσο στη μεταποίηση.
Η χαλαρότητα έφερε την πανώλη
Οι έλεγχοι που γίνονται μέχρι τώρα «δεν αποδίδουν εκ των πραγμάτων» τόνισε ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ. Αναφερόμενος στο θέμα της νοθείας και των ελληνοποιήσεων, είπε ότι ο μόνος δρόμος για να προστατευθεί η φέτα ΠΟΠ είναι η εφαρμογή ενός αυστηρού νομοθετικού πλαισίου, που θα λειτουργεί αποτρεπτικά.
«Δεν μπορεί να παίζει κανένας με τη χώρα μας. Είδαμε και το πρόσφατο παράδειγμα, με τη νόσο της πανώλης που έβαλε σε ένα κίνδυνο όλη την κτηνοτροφία της χώρας», υπογράμμισε.
«Μια τέτοια χαλαρή πολιτική έφερε στη χώρα μας την πανώλη», συμπλήρωσε, αποδίδοντας τη μετάδοση της νόσου των μικρών μηρυκαστικών στις εισαγωγές που έγιναν χωρίς το απαραίτητο υγειονομικό πρωτόκολλο που εφαρμόζεται σε άλλες «σοβαρές χώρες».
Εξέφρασε την ελπίδα να λυθεί άμεσα το πρόβλημα, καθώς «αν επικρατήσει η νόσος θα βάλει σε κίνδυνο όχι μόνο την παραγωγή, αλλά και την μεταποίηση και όλα τα προϊόντα της ελληνικής αγροκτηνοτροφίας».
Μοιάζει με φέτα, αλλά δεν είναι
Σε τι οφείλεται το γεγονός ότι στο εξωτερικό πωλείται φέτα σε χαμηλότερη τιμή από ό,τι στην Ελλάδα; Κληθείς να απαντήσει στο παραπάνω ερώτημα ο κ. Σατολιάς είπε ότι πρόκειται για ανακρίβεια. «Δεν είναι δυνατόν φέτα ίδιας ποιότητας και παραγωγής στη χώρα μας να είναι πιο φθηνή στο εξωτερικό. Αυτές που λένε φέτες φθηνότερες στο εξωτερικό, είναι φέτες σε εισαγωγικά, με άλλο τρόπο παραγωγής που δεν είναι κάτω από το πλαίσιο του ΠΟΠ».
Όσο για την πραγματικά υψηλή τιμή της φέτας στην Ελλάδα, την απέδωσε στο υψηλό κόστος παραγωγής και μεταποίησης. «Με όλα αυτά που έγιναν, για τα οποία δεν ευθύνεται ο κτηνοτρόφος, με την κλιματική κρίση, την γεωπολιτική κρίση, διπλασιάστηκε το κόστος της ενέργειας και των ζωοτροφών».
Πράγματι, ειδικά μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους και τις αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, υπήρξε κατακόρυφη άνοδος στις τιμές εισροών στη γεωργία-κτηνοτροφία, δηλαδή τις πρώτες ύλες και τα κόστη παραγωγής.
Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τις πολύ υψηλές ανατιμήσεις στη λιανική, οι οποίες στην περίπτωση της φέτας εκτιμάται ότι άγγιξαν μεσοσταθμικά το 33% μεταξύ 2022-2023. Το ίδιο διάστημα εμπειρικές έρευνες στην αγορά, εντόπισαν αυξήσεις της τάξης του 50% – π.χ. από τα 8,50 στα 12,50 ευρώ στα σουπερμάρκετ. Ακόμα υψηλότερες είναι οι τιμές στη συσκευασμένη φέτα, ξεπερνώντας τα 17 ευρώ το κιλό. Εκπρόσωποι των κτηνοτρόφων έκαναν λόγο για αισχροκέρδεια εκ μέρους μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά και πρακτικές νοθείας, με εισαγόμενο αγελαδινό γάλα
in.gr